διαστροφή
ουσιαστικό1. Παθολογική ή κοινωνικά θεωρούμενη ανωμαλία στις σεξουαλικές επιθυμίες, προτιμήσεις ή συμπεριφορές, που αποκλίνει από τα επικρατούντα κοινωνικά ή ιατρικά πρότυπα.
Συνώνυμα
διαστρέβλωση στρέβλωση παραποίηση παραμόρφωση στρεβλότητα ανωμαλία απόκλιση παρεκτροπή εκτροπή διαφθορά ανηθικότητα ακολασία βίτσιο παρακμή αρρώστια παραχάραξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαστροφή σεξουαλικής φύσης καταγράφηκε από τις αρχές.
- Η διαστροφή των αξιών στην κοινωνία ανησυχεί πολλούς πολίτες.
- Η διαστροφή των γεγονότων από τα μέσα προκάλεσε μεγάλη σύγχυση.
- Έβρισκε διαστροφή στην ταπείνωση των άλλων, κάτι που τον αποξένωνε.
- Η διαστροφή σε ακραίες μορφές μπορεί να θεωρηθεί και ποινικό αδίκημα.