παραχάραξη
ουσιαστικόΗ παράνομη ή δόλια αλλοίωση, κατασκευή ή αντιγραφή εγγράφου, χρημάτων, σφραγίδας ή άλλου αντικειμένου με σκοπό να παρουσιαστεί ως γνήσιο.
Συνώνυμα
πλαστογραφία παραποίηση νόθευση απομίμηση αντιγραφή διαστρέβλωση παρατυπία αλλοίωση λογοκλοπή διαστροφή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραχάραξη των χαρτονομισμάτων τιμωρείται αυστηρά από τον νόμο.
- Η παραχάραξη της ιστορίας για πολιτικούς σκοπούς προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
- Ο ειδικός εντόπισε παραχάραξη σε παλιά επίσημα έγγραφα.
- Η παραχάραξη των γεγονότων αλλοιώνει την αλήθεια.
- Κατηγορήθηκε για παραχάραξη υπογραφών σε συμβόλαια.