αληθοφάνεια
ουσιαστικόΗ ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό ενός λόγου, έργου ή εικόνας να δίνει την εντύπωση ότι είναι αληθινό και πειστικό.
Συνώνυμα
πιθανότητα πειστικότητα ρεαλιστικότητα ρεαλισμός φυσικότητα αυθεντικότητα αλήθεια αληθινότητα γνησιότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αληθοφάνεια του μάρτυρα έπεισε το δικαστήριο.
- Το σενάριο είναι καλογραμμένο, αλλά του λείπει η αληθοφάνεια.
- Ο συγγραφέας δίνει μεγάλη σημασία στην αληθοφάνεια των διαλόγων.
- Παρότι η ιστορία είναι φανταστική, διατηρεί αρκετή αληθοφάνεια.
- Η αληθοφάνεια της μαρτυρίας του τέθηκε υπό αμφισβήτηση.