πρόσοψη
ουσιαστικό1. Εμπρόσθιο, εξωτερικό τμήμα κτιρίου που βλέπει προς τον δρόμο ή προς κάποιον κοινόχρηστο χώρο και περιλαμβάνει παράθυρα, πόρτες και αρχιτεκτονικά στοιχεία που καθορίζουν την εξωτερική όψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρόσοψη του παλιού σπιτιού είναι βαμμένη σε γαλάζιο.
- Ο αρχιτέκτονας παρέδωσε το σχέδιο της πρόσοψης για την άδεια δόμησης.
- Πίσω από την όμορφη πρόσοψη κρυβόταν η συνολική ακαταστασία του διαμερίσματος.
- Η πρόσοψη του καταστήματος έχει μεγάλες βιτρίνες και φωτεινή επιγραφή.
- Κατά την αναπαλαίωση καθαρίσαμε την πέτρινη πρόσοψη και επισκευάσαμε τα σπασμένα στοιχεία.