γνησιότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα που χαρακτηρίζει ένα αντικείμενο, έγγραφο ή έργο όταν προέρχεται από την αρχική πηγή ή δημιουργό και διατηρεί την αρχική του μορφή χωρίς παραποίηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πλαστότητα ψευδότητα παραποίηση λογοκλοπή κατασκεύασμα υποκρισία παραχάραξη ψευτιά νοθεία ψέμα εικόνα απάτη
Παραδείγματα χρήσης
- Επιβεβαίωσαν την γνησιότητα του πίνακα μετά από προσεκτική ανάλυση.
- Το πιστοποιητικό αποδεικνύει τη γνησιότητα των στοιχείων.
- Αμφισβήτησε τη γνησιότητα των συναισθημάτων του.
- Η γνησιότητα των πληροφοριών πρέπει να ελεγχθεί πριν από τη δημοσίευση.
- Στο μουσείο εξέθεσαν αντικείμενα με αποδεδειγμένη γνησιότητα.