ειλικρίνεια
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο εκφράζει σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις με αλήθεια και απλότητα, χωρίς δόλο, υποκρισία ή απόκρυψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υποκρισία ανειλικρίνεια ψέμα ψευτιά δόλος δολιότητα προσποίηση διπροσωπία ψευδολογία εξαπάτηση κοροϊδία παραπλάνηση πλεκτάνη τεχνάσμα τρικ κόλπο μάσκα ειρωνεία τέχνασμα ανεντιμότητα απατεωνιά δολοπλοκία εμπαιγμός μπλόφα πανουργία πονηριά απάτη φαρισαϊσμός πλαστότητα κομπίνα συνωμοσία ψεύδος δικαιολογία φάρσα παραμύθι διαστρέβλωση μανούβρα μυστικοπάθεια παραποίηση προπαγάνδα τρολάρισμα ελιγμός επιβουλή πλάνη σχέδιο ασυνειδησία
Παραδείγματα χρήσης
- Η ειλικρίνεια είναι το θεμέλιο κάθε εμπιστοσύνης.
- Μου μίλησε με ειλικρίνεια, χωρίς να κρύψει τις ανησυχίες του.
- Ζητώ ειλικρίνεια στις αξιολογήσεις, ακόμη κι αν τα σχόλια είναι αυστηρά.
- Η ειλικρίνεια της απάντησής της με εξέπληξε.
- Μια έκδηλη ειλικρίνεια στο βλέμμα της έκανε σαφείς τις προθέσεις της.