προπαγάνδα
ουσιαστικό1. Σκόπιμη και συστηματική διάδοση ιδεών, απόψεων ή πληροφοριών με στόχο την επηρεασμό της κοινής γνώμης ή της συμπεριφοράς, συχνά με επιλεκτική παρουσίαση στοιχείων, υπερτονισμό ή παραποίηση γεγονότων.
Συνώνυμα
προπαγανδισμός κατήχηση χειραγώγηση παραπληροφόρηση παραπλάνηση λασπολογία εκστρατεία καμπάνια διαφήμιση προώθηση προβολή δημοσιότητα
Αντώνυμα
αντιπροπαγάνδα αλήθεια ενημέρωση αντικειμενικότητα αμεροληψία διαφάνεια ειλικρίνεια ακρίβεια επιχειρηματολογία
Παραδείγματα χρήσης
- Η προπαγάνδα της κυβέρνησης επηρεάζει την κοινή γνώμη.
- Οι διαφημίσεις πολλές φορές λειτουργούν ως προπαγάνδα για έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής.
- Στον πόλεμο, η προπαγάνδα στοχεύει στην ανύψωση του ηθικού και στην υπονόμευση του αντιπάλου.
- Τα ψεύτικα άρθρα διαδίδονται σαν προπαγάνδα στα κοινωνικά δίκτυα.
- Η οργάνωση έκανε προπαγάνδα μέσω ενημερωτικών φυλλαδίων και ομιλιών.