πλεκτάνη

ουσιαστικό

1. Σκοπίμως οργανωμένο και μυστικό σχέδιο ή ενέργεια που αποσκοπεί στην εξαπάτηση, στην πρόκληση βλάβης ή στην επίτευξη κρυφών σκοπών εις βάρος τρίτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έπεσε στην πλεκτάνη των συνεργών του και έχασε όλα του τα λεφτά.
  • Η κυβέρνηση καταγγέλλει μια πλεκτάνη εναντίον της από πολιτικούς αντιπάλους.
  • Τον έθεσαν θύμα μιας πλεκτάνης για να του αποσπάσουν την υπογραφή.
  • Η πλεκτάνη αποκαλύφθηκε πριν προλάβουν να την ολοκληρώσουν.
  • Μην εμπιστεύεσαι ό,τι λένε· μπορεί να είναι μια πλεκτάνη.