διαστρέβλωση
ουσιαστικό1. Παραμόρφωση της πραγματικής μορφής, δομής ή θέσης ενός αντικειμένου, με αποτέλεσμα τη μεταβολή των φυσικών χαρακτηριστικών του σε σχέση με την αρχική κατάσταση.
Συνώνυμα
στρέβλωση παραμόρφωση παραποίηση αλλοίωση διαστροφή ανακρίβεια πλαστογράφηση παραχάραξη μαγείρεμα εξαπάτηση παραπλάνηση ψευδολογία υπερβολή φούσκωμα παρεξήγηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαστρέβλωση του ήχου στο ηχείο ήταν έντονη.
- Παρατηρήσαμε διαστρέβλωση στην εικόνα μετά τη συμπίεση του αρχείου.
- Η διαστρέβλωση των γεγονότων στο άρθρο προκάλεσε οργή στην κοινότητα.
- Η διαστρέβλωση της μέτρησης οφείλεται σε σφάλμα του οργάνου.
- Οι περιγραφές του μάρτυρα παρουσίαζαν διαστρέβλωση της πραγματικότητας λόγω άγχους.