μάσκα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο ή κάλυμμα που τοποθετείται στο πρόσωπο ή σε μέρος του κεφαλιού για προστασία από σωματίδια, αέρα, ρύπανση ή βιολογικούς παράγοντες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φοράω πάντα μάσκα στο νοσοκομείο.
- Η μάσκα του καρναβαλιού ήταν πολύχρωμη και διακοσμημένη.
- Έβαλε μια ενυδατική μάσκα προσώπου πριν κοιμηθεί.
- Οι δύτες ρύθμισαν τις μάσκες τους πριν κατέβουν στον βυθό.
- Πίσω από τη μάσκα του χαμόγελου κρυβόταν λύπη.