άγνωστος
επίθετο1. Που δεν είναι γνωστό ή δεν έχει ταυτοποιηθεί όσον αφορά την ταυτότητα, την προέλευση ή τις σχετικές πληροφορίες.
2. Που δεν είναι οικείο ή συνηθισμένο σε κάποιον, χωρίς προηγούμενη εμπειρία ή επαφή.
Συνώνυμα
ανώνυμος ξένος άσημος αφανής αγνοούμαι απροσδιόριστος αχαρτογράφητος ανεξερεύνητος ανεξιχνίαστος ακαθόριστος άδηλος καινοφανής άγνωστη μυστηριώδης σκοτεινός αόριστος αβέβαιος ασάφης αλλότριος
Αντώνυμα
γνωστός αναγνωρισμένος διακεκριμένος καθιερωμένος γνωριμία γείτονας δεδομένος οικείος σταρ διαπρεπής διασημότητα περίφημος φημισμένος επώνυμος διάσημος σαφής συγκεκριμένος εμφανής δημοφιλής συνηθισμένος φιλαράκι σύντροφος παλιόφιλος γκόμενος συνοδός κολλητός είδωλο αστέρας καταξιωμένος παραδεδεγμένος ταίρι ορισμένος αδελφός φιλαράκος φίλος επαληθευμένος προβλεπόμενος προφίλ
Παραδείγματα χρήσης
- Στο πλήθος υπήρχαν πολλοί άγνωστοι.
- Η άγνωστη γυναίκα δεν ήθελε να δώσει το όνομά της.
- Το τραγούδι ήταν άγνωστο στο ευρύ κοινό.
- Η εξίσωση έχει έναν άγνωστο που πρέπει να βρούμε.
- Η αιτία του ατυχήματος παραμένει άγνωστη.
- Η επιστολή προερχόταν από άγνωστο αποστολέα.