προγραμματισμένος
επίθετο1. Που έχει προγραμματιστεί ή του έχουν δοθεί συγκεκριμένες εντολές και ρυθμίσεις για να λειτουργεί αυτόματα, ιδίως για μηχανές, συσκευές ή λογισμικό.
Συνώνυμα
προκαθορισμένος κανονισμένος ορισμένος καθορισμένος ρυθμισμένος κλειστός προεπιλεγμένος αυτοματοποιημένος σχεδιασμένος προδιαγεγραμμένος στημένος οργανωμένος σκόπιμος προετοιμασμένος συστηματοποιημένος τακτοποιημένος τακτικός προβλεπόμενος προμελετημένος προορισμένος συστηματικός
Αντώνυμα
απρογραμμάτιστος αυθόρμητος έκτακτος τυχαίο απρόοπτος απροετοίμαστος τυχαίος απρομελέτητος επείγων απρόβλεπτος απρόσμενος αναπάντεχος απροσδόκητος αβέβαιος ατάκτος χαοτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προγραμματισμένος συναγερμός ενεργοποιήθηκε νωρίτερα σήμερα.
- Ο προγραμματισμένος υπολογιστής τρέχει τις ενημερώσεις αυτόματα.
- Ο προγραμματισμένος ομιλητής ακολούθησε το προκαθορισμένο σενάριο.
- Ο προγραμματισμένος έλεγχος ασφαλείας ξεκινά κάθε Δευτέρα.
- Ο προγραμματισμένος αλγόριθμος έδωσε διαφορετικά αποτελέσματα από το χειροκίνητο.