προβλέψιμος
επίθετο1. Που μπορεί να προβλεφθεί με βάση υπάρχουσες πληροφορίες, τάσεις ή κανόνες.
2. Που παρουσιάζει σταθερή, επαναλαμβανόμενη ή αναμενόμενη συμπεριφορά ή εξέλιξη.
3. Που δεν προκαλεί έκπληξη λόγω της συμφωνίας με τις προσδοκίες ή τα συνήθη πρότυπα.
Συνώνυμα
προβλεπτός αναμενόμενος προβλεπόμενος αναμεντός προδιαγεγραμμένος κοινότοπος τετριμμένος κοινοτυπικός μονότονος βαρετός κλισαρισμένος πεπατημένος μπανάλ στερεότυπος
Αντώνυμα
απρόβλεπτος απροσδόκητος απρόσμενος αναπάντεχος παράδοξος τυχαίο αλλοπρόσαλλος απρόοπτος επινοητικός ιδιότροπος ανατρεπτικός αβέβαιος αδιανόητος αλλόκοτος αυθαίρετος εκκεντρικός ιδιότυπος πρωτοφανής απίθανος έκτακτος τυχαίος ευμετάβλητος πρωτόγνωρος στοχαστικός ρευστός ανεπανάληπτος καταπληκτικός καθηλωτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του είναι προβλέψιμη.
- Ο καιρός ήταν προβλέψιμος αυτό το σαββατοκύριακο.
- Το αποτέλεσμα του πειράματος ήταν προβλέψιμο.
- Οι αντιδράσεις τους ήταν προβλέψιμες, όπως πάντα.
- Το μοτίβο στο γράφημα είναι προβλέψιμο.