ασαφής
επίθετο1. Που παρουσιάζει έλλειψη ακριβούς προσδιορισμού ή καθορισμένων ορίων, με αποτέλεσμα το νόημα, το είδος ή τα χαρακτηριστικά του να μην καθορίζονται με ακρίβεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σαφής ξεκάθαρος συγκεκριμένος ακριβής καθορισμένος αποσαφηνισμένος διακριτός εμφανής ευκρινής προφανής κατανοητός φωτογραφικός αντιληπτός επακριβής εύληπτος καταφανής κατηγορηματικός οφθαλμοφανής καθαρός ευδιάκριτος διαυγής διαφανής σίγουρος δεδομένος χαρακτηριστικός απόλυτος ορισμένος αισθητός διάφανος συνεκτικός βέβαιος αποδεδειγμένος καταλυτικός επιβεβαιωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Η περιγραφή ήταν ασαφής και χρειάστηκε διευκρίνιση.
- Η φωτογραφία είναι ασαφής λόγω χαμηλής ανάλυσης.
- Ο όρος στη σύμβαση είναι ασαφής, πράγμα που προκαλεί αμφιβολίες.
- Η απάντησή του ήταν ασαφής και δεν έλυσε το πρόβλημα.
- Η πολιτική του οργανισμού είναι ασαφής ως προς τα κριτήρια επιλογής.