θολός
επίθετο1. Που δεν είναι καθαρός ή ευκρινής στην όραση, με δυσκολία στη διάκριση σχημάτων, γραμμών και λεπτομερειών.
Συνώνυμα
θαμπός ασαφής συγκεχυμένος θολωμένος δυσδιάκριτος μπερδεμένος ομιχλώδης νεφελώδης μουτζουρωμένος απροσδιόριστος άδηλος αδιαφανής αόριστος αδιευκρίνιστος αδιόρατος αμφίσημος ασάφης αμυδρός αχνός σκοτεινός λασπωμένος θολούτσικος αβέβαιος γκρίζος μουντός σκιώδης ακαθόριστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρόμος μπροστά μου ήταν θολός από την ομίχλη.
- Η φωτογραφία βγήκε θολή γιατί κουνήθηκε το χέρι μου.
- Τα νερά του ποταμιού έγιναν θολά μετά τις δυνατές βροχές.
- Η όρασή του ήταν θολή μετά το ατύχημα.
- Δεν είχε σαφή ιδέα — το σχέδιό του ήταν θολό και χρειαζόταν επεξεργασία.