αδιάψευστος
επίθετοΠου δεν μπορεί να διαψευστεί, επειδή στηρίζεται σε σαφή, τεκμηριωμένα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την αλήθεια ή την ορθότητα μιας δήλωσης, γεγονότος ή εκτίμησης.
Συνώνυμα
αδιαμφισβήτητος αναμφισβήτητος αδιάσειστος ακλόνητος ακράδαντος αδιαφιλονίκητος αξιόπιστος αποδεδειγμένος βεβαιωμένος πραγματικός ακαταμάχητος αληθινός σίγουρος βέβαιος ανθεκτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χρόνος είναι ο αδιάψευστος κριτής των έργων μας.
- Η φωτογραφία ήταν αδιάψευστη απόδειξη των γεγονότων.
- Το βίντεο αποτελεί αδιάψευστο ντοκουμέντο για το περιστατικό.
- Οι αριθμοί παραμένουν αδιάψευστοι δείκτες της πραγματικότητας.
- Η αστυνομία βρήκε αδιάψευστα στοιχεία στο χώρο.