καθοριστικός
επίθετο1. Που επηρεάζει ή καθορίζει αποφασιστικά την έκβαση, την πορεία ή το αποτέλεσμα ενός γεγονότος ή μιας διαδικασίας.
2. Που καθορίζει τα χαρακτηριστικά, τα όρια ή τις προϋποθέσεις ενός πράγματος και προσδιορίζει τη μορφή ή την ταυτότητά του.
Συνώνυμα
αποφασιστικός κρίσιμος καίριος κομβικός οριστικός καταλυτικός κριτικός σημαντικός βασικός κεντρικός διαμορφωτικός πρωταρχικός ζωτικός τελεσίδικος σημαδιακός ουσιώδης σπουδαίος τελικός δραστικός μοιραίος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ψήφος σου ήταν καθοριστική για το αποτέλεσμα.
- Ο ρόλος του ήταν καθοριστικός στην επιτυχία της ομάδας.
- Ο παράγοντας αυτός υπήρξε καθοριστικός στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων.
- Το σημείο τομής ήταν καθοριστικό για την ολοκλήρωση του σχεδίου.
- Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν καθοριστικές για την πορεία της εταιρείας.
- Η παρέμβαση του γιατρού ήταν καθοριστική για τη σωτηρία του ασθενούς.