διστακτικός
επίθετο1. Που παρουσιάζει δισταγμό ή επιφύλαξη πριν από τη λήψη απόφασης ή την εκτέλεση πράξης, δείχνοντας αδυναμία να προχωρήσει άμεσα.
2. Που εκφράζεται ή εκτελείται με αργές, επιφυλακτικές κινήσεις, λόγια ή χειρονομίες, χωρίς αποφασιστικότητα.
Συνώνυμα
αμφιταλαντευόμενος σκεπτικός δισταστικός δισταγμένος ενδοιαστικός επιφυλακτικός αναποφάσιστος αβέβαιος απρόθυμος συνεσταλμένος αναβλητικός ντροπαλός δειλός αμήχανος φοβισμένος σαστισμένος κομπιαστικός χλιαρός σφιγμένος ανασφαλής αμφίβολος απορημένος φοβητσιάρης φοβικός αγχωμένος αρνητικός δειλόψυχος
Αντώνυμα
αδίστακτος κατηγορηματικός αποφασιστικός αποφασισμένος βέβαιος σίγουρος αυτοπεποίθητος τολμηρός θαραλέος ατρώμητος άμεσος σθεναρός τολμητός ατρόμητος διατεθειμένος θαρραλέος ορμητικός πρόθυμος άφοβος απτόητος δεκτικός εκδηλωτικός ριψοκίνδυνος αισιόδοξος αναιδής ανδρείος ευθύς φλογερός γενναίος ηρωικός ομιλητικός παλικαρίσιος συναινετικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος ήταν διστακτικός στο να αποδεχτεί την πρόσκληση.
- Η Μαρία έμεινε διστακτική πριν απαντήσει στην προσωπική ερώτηση.
- Οι πελάτες εμφανίστηκαν διστακτικοί απέναντι στη νέα πολιτική τιμών.
- Μίλησε με διστακτικό ύφος, λες και δεν ήταν σίγουρος για τα λόγια του.
- Πλησίασε διστακτικά την άγνωστη γάτα, φοβούμενος να την τρομάξει.