θετικός
επίθετο1. Που εκφράζει αισιοδοξία, ικανοποίηση ή υποστήριξη.
2. Που δηλώνει ευνοϊκή ή επιθυμητή κατάσταση ή αποτέλεσμα.
3. Που έχει θετικό πρόσημο ή τιμή μεγαλύτερη του μηδενός (για μαθηματικά και μετρήσεις).
Συνώνυμα
καταφατικός σύμφωνος βέβαιος σίγουρος επιβεβαιωτικός βεβαιωτικός αισιόδοξος εποικοδομητικός ευνοϊκός ενθαρρυντικός διατεθειμένος ευμενής καλός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει μια θετική στάση απέναντι στις προκλήσεις.
- Το τεστ για τον ιό βγήκε θετικό.
- Ο αριθμός -3 δεν είναι θετικός, ενώ ο 7 είναι.
- Το ηλεκτρόνιο δεν έχει θετικό φορτίο.
- Η ομάδα δέχτηκε θετικά σχόλια για την παρουσίασή της.