αμφίσημος
επίθετο1. Που έχει δύο ή περισσότερες πιθανές ερμηνείες ή νοήματα, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητό με διαφορετικούς τρόπους.
2. Που δημιουργεί ασάφεια ή αβεβαιότητα ως προς την πρόθεση, το νόημα ή την ερμηνεία ενός λόγου, κειμένου ή συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
διφορούμενος δυσερμήνευτος ασάφης ασαφής θολός αμφίβολος αβέβαιος αμφιλεγόμενος σκοτεινός μυστηριώδης παραπλανητικός γκρίζος
Αντώνυμα
σαφής ξεκάθαρος μονοσήμαντος συγκεκριμένος ρητός κατηγορηματικός αδιαμφισβήτητος ευκρινής εύληπτος διαφανής βέβαιος βεβαιωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τίτλος του άρθρου είναι αμφίσημος και μπερδεύει τους αναγνώστες.
- Η διατύπωση της πρότασης ήταν αμφίσημη, αφήνοντας περιθώρια για δύο ερμηνείες.
- Ο πολιτικός έδωσε μια αμφίσημη απάντηση για να αποφύγει την ευθύνη.
- Ο χαρακτήρας του ήρωα στην ταινία παρουσιάστηκε αμφίσημος, ανάμεσα στο καλό και το κακό.
- Η ερμηνεία της συμβολικής εικόνας παρέμεινε αμφίσημη ακόμη και μετά την ανάλυση.