αποδεδειγμένος

επίθετο

1. Που τεκμηριώνεται από αποδεικτικά στοιχεία, παρατηρήσεις, επιχειρήματα ή πειραματικά αποτελέσματα ότι ισχύει ή συνέβη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τρόπος αυτός είναι αποδεδειγμένος ως αποτελεσματικός στην αντιμετώπιση του προβλήματος.
  • Ο κατηγορούμενος κρίθηκε αποδεδειγμένος ένοχος από το δικαστήριο.
  • Είναι αποδεδειγμένος επιστήμονας με πολλές δημοσιεύσεις στον τομέα του.
  • Ο δεσμός μεταξύ καπνίσματος και καρκίνου είναι αποδεδειγμένος από πολυάριθμες μελέτες.
  • Ο εμβολιασμός θεωρείται αποδεδειγμένος τρόπος πρόληψης σοβαρών ασθενειών.