ξεκάθαρος
επίθετο1. Που δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνεία ή αμφιβολία, με έκφραση, νόημα ή παρουσίαση εύκολα αντιληπτή και κατανοητή.
Συνώνυμα
σαφής διαυγής ευκρινής μονοσήμαντος ξεκαθαρισμένος αποσαφηνισμένος κατανοητός αντιληπτός οφθαλμοφανής διαφανής καθαρός ευδιάκριτος φανερός πεντακάθαρος διάφανος φανής προφανής διακριτός εμφανής ευθύς ανοικτός εύληπτος καταφανής κατηγορηματικός ακριβής ευληπτός ειλικρινής εύκολος ορατός παρατηρήσιμος ανεπιτήδευτος
Αντώνυμα
ασαφής θολός συγκεχυμένος διφορούμενος ακαθόριστος αδιευκρίνιστος μπερδεμένος αδιαφανής μυστικός μυστηριώδης απροσδιόριστος αδιόρατος ακατανόητος αμφίσημος ασάφης δαιδαλώδης θαμπός κρυπτικός ομιχλώδης δυσνόητος σκοτεινός αινιγματικός άδηλος αβέβαιος δυσερμήνευτος θολωμένος περίπλοκος κρυφός πολύπλοκος αναποφάσιστος απορημένος απόκρυφος δόλιος ύπουλος αμυδρός ανειλικρινής διπρόσωπος συγκαλυμμένος ανεξιχνίαστος αμφισβητήσιμος αμφιλεγόμενος εξαπατητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το νερό της λίμνης ήταν ξεκάθαρο και μπορούσες να δεις τα ψάρια.
- Ο διευθυντής έδωσε ξεκάθαρες οδηγίες για το έργο.
- Η απάντησή της ήταν ξεκάθαρη και δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας.
- Οι κανόνες είναι ξεκάθαροι για όλους τους συμμετέχοντες.
- Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα και έδειχναν ποια λύση λειτουργεί καλύτερα.