απόλυτος
επίθετο1. Που δεν υπόκειται σε όρια ή περιορισμούς και υπάρχει ως πλήρης, ολοκληρωμένη κατάσταση.
2. Που ισχύει χωρίς προϋποθέσεις ή εξάρτηση από άλλες συνθήκες ή συγκρίσεις.
Συνώνυμα
ολικός συνολικός πλήρης εντελής ολοκληρωτικός ολοκληρωμένος αποκλειστικός κατηγορηματικός αδιάσειστος αδιαμφισβήτητος αδιαπραγμάτευτος τέλειος παντελής αυταρχικός απολυταρχικός οριστικός τελεσίδικος αδιάλλακτος αναντίρρητος μέγιστος σκέτος κυρίαρχος ακραίος ακλόνητος άψογος άτεγκτος αμετάβλητος καθολικός ύψιστος άρτιος επακριβής
Αντώνυμα
σχετικός μερικός ατελής περιορισμένος αναλογικός προσωρινός αβέβαιος ημιτελής ασαφής περιοριστικός σχετικιστικός μισός
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στους συνεργάτες του.
- Ο δικτάτορας επέβαλε απόλυτη λογοκρισία στη χώρα.
- Το απόλυτο ενός πραγματικού αριθμού είναι πάντα μη αρνητικό.
- Δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια σε όλα τα φιλοσοφικά προβλήματα.
- Οι απόλυτοι κανόνες του διαγωνισμού δεν επιδέχονται αλλαγές.