επακριβής

επίθετο

Που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακρίβεια στην περιγραφή, στη μέτρηση ή στην εκτέλεση, χωρίς σημαντικές αποκλίσεις ή σφάλματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επακριβής μέτρηση είναι κρίσιμη για τα πειράματα.
  • Το αποτέλεσμα του τεστ ήταν επακριβές.
  • Οι επακριβείς οδηγίες απέτρεψαν λάθη στην κατασκευή.
  • Ο γιατρός έδωσε μια επακριβή διάγνωση μετά τις εξετάσεις.
  • Η έναρξη του προγράμματος απαιτεί επακριβή συγχρονισμό.