ελεύθερος
επίθετο1. Που δεν τελεί υπό περιορισμό, καταπίεση ή δεσμά και μπορεί να κινηθεί, ενεργήσει ή αποφασίσει χωρίς εξωτερικό έλεγχο.
2. Που δεν υπόκειται σε εξάρτηση ή κυριαρχία άλλου, ανεξάρτητος στην πολιτική, κοινωνική ή προσωπική του κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
φυλακισμένος αιχμάλωτος δεσμευμένος απασχολημένος περιορισμένος παντρεμένος δούλος σύζυγος όμηρος σκλάβος κρατούμενος δεμένος κολλημένος αρραβωνιαστικός δέσμιος δεσμώτης εγκλωβισμένος μαριονέτα υποτελής υποχείριο έγκλειστος απασχολούμενος κατάδικος κατειλημμένος περιοριστικός πιασμένος υποδουλωμένος υποταγμένος παγιδευμένος υπόδουλος κλειστός εξαρτημένος υποχρεωμένος κλειδωμένος μπλεγμένος απαγορευμένος αποκλεισμένος καταδικασμένος προδιαγεγραμμένος σφιχτός υποκείμενο φορτωμένος απαγορευτικό αφοσιωμένος επιφορτισμένος ολοκληρωτικός ελεγχόμενος νυμφίος κτήριο προκαθορισμένος προορισμένος σεμινάριο στενό υποχρεωτικός δεσμευτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κρατούμενος απελευθερώθηκε και τώρα είναι ελεύθερος.
- Ο Γιάννης είναι ελεύθερος και ψάχνει σχέση.
- Στις επτά το απόγευμα θα είμαι ελεύθερος για συνάντηση.
- Ο δρόμος μπροστά στο σχολείο είναι ελεύθερος από παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
- Ο πολίτης πρέπει να είναι ελεύθερος να εκφράζει τις απόψεις του.