ελεύθερος

επίθετο

1. Που δεν τελεί υπό περιορισμό, καταπίεση ή δεσμά και μπορεί να κινηθεί, ενεργήσει ή αποφασίσει χωρίς εξωτερικό έλεγχο.

2. Που δεν υπόκειται σε εξάρτηση ή κυριαρχία άλλου, ανεξάρτητος στην πολιτική, κοινωνική ή προσωπική του κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κρατούμενος απελευθερώθηκε και τώρα είναι ελεύθερος.
  • Ο Γιάννης είναι ελεύθερος και ψάχνει σχέση.
  • Στις επτά το απόγευμα θα είμαι ελεύθερος για συνάντηση.
  • Ο δρόμος μπροστά στο σχολείο είναι ελεύθερος από παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
  • Ο πολίτης πρέπει να είναι ελεύθερος να εκφράζει τις απόψεις του.