υποδουλωμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση δουλείας ή υπό τη βίαιη εξουσία άλλου, χωρίς προσωπική ελευθερία.
2. Που έχει υποταχθεί ή εξαρτάται από κάποιον ή κάτι, στερούμενο αυτονομίας ή ελευθερίας δράσης.
Συνώνυμα
σκλαβωμένος υπόδουλος δούλος σκλάβος δουλωμένος δέσμιος δεσμώτης αιχμάλωτος υποτελής κατακτημένος καταπιεσμένος υποταγμένος εξαρτημένος παραδομένος
Αντώνυμα
ελεύθερος απελευθερωμένος λευτερωμένος αδάμαστος ανεξάρτητος αδέσμευτος λυτρωμένος απεγκλωβισμένος αυτόνομος απεξαρτημένος άρχοντας
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λαός ήταν υποδουλωμένος για πολλά χρόνια.
- Η πόλη έμεινε υποδουλωμένη μετά την εισβολή.
- Οι εργάτες ένιωθαν υποδουλωμένοι από τις ατελείωτες ώρες δουλειάς.
- Αισθανόταν υποδουλωμένη στην εξάρτηση από το κινητό της.
- Ήταν υποδουλωμένος στον φόβο και δεν τολμούσε να μιλήσει.