απεγκλωβισμένος

επίθετο

Που έχει απελευθερωθεί από κατάσταση εγκλωβισμού ή παγίδευσης και έχει ανακτήσει την ελευθερία κινήσεων ή την πρόσβαση σε χώρο ή πόρους, είτε σε κυριολεκτικό επίπεδο (π.χ. βρέθηκε έξω από συντρίμμια ή όχημα) είτε σε μεταφορικό (π.χ. απεγκλωβίστηκε από περιοριστικές συνθήκες).

Συνώνυμα

διασωθείς ελευθερωμένος απελευθερωμένος σωσμένος ελεύθερος αποδεσμευμένος ξεμπλοκαρισμένος απαλλαγμένος ανακουφισμένος απεξαρτημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο απεγκλωβισμένος επιβάτης μεταφέρθηκε προληπτικά στο νοσοκομείο.
  • Ο απεγκλωβισμένος εργάτης ευχαρίστησε τα σωστικά συνεργεία.
  • Μετά από ώρες στο μποτιλιάρισμα, ο απεγκλωβισμένος οδηγός κατάφερε να φτάσει στο σπίτι.
  • Ο απεγκλωβισμένος πολίτης μπόρεσε τελικά να ολοκληρώσει την αίτησή του χωρίς γραφειοκρατικά εμπόδια.
  • Ο απεγκλωβισμένος από τους φόβους άνδρας άρχισε να κυνηγά τα όνειρά του.