καταδικασμένος
επίθετο1. Που έχει καταδικαστεί με δικαστική απόφαση για κάποιο αδίκημα ή παράπτωμα.
2. Που είναι προορισμένος ή αναπόφευκτα οδηγημένος να υποστεί ποινή, καταστροφή ή αποτυχία.
Συνώνυμα
καταδικασθείς ένοχος κατάδικος ενοχοποιημένος φυλακισμένος τιμωρημένος στιγματισμένος κατακριτέος τελειωμένος προδιαγεγραμμένος καταραμένος διωγμένος εξοστρακισμένος αποκηρυγμένος δεσμώτης μοιραίος αναθεματισμένος χαμένος προορισμένος κρατούμενος αναπόφευκτος ατυχής
Αντώνυμα
αθώος αθωωμένος λυτρωμένος απαλλαγμένος ελεύθερος απελευθερωμένος αποκαταστημένος ευλογημένος καθαρός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καταδικασμένος πήρε το δρόμο για τη φυλακή.
- Ο καταδικασμένος σε θάνατο κρατούμενος ζήτησε χάρη από τον πρόεδρο.
- Ήταν καταδικασμένος να αποτύχει επειδή το σχέδιο δεν είχε ρεαλιστικά δεδομένα.
- Ο καταδικασμένος οικίσκος στον λόφο κατεδαφίστηκε από τις αρχές.
- Ο καταδικασμένος από την κοινότητα άνδρας ζούσε απομονωμένος.