κατάδικος

ουσιαστικό

1. Άτομο που έχει καταδικαστεί από δικαστήριο για την τέλεση αξιόποινης πράξης και του έχει επιβληθεί ποινή.

2. Άτομο που εκτίει ποινή, συνήθως σε σωφρονιστικό κατάστημα ή υπό άλλου είδους περιοριστικά μέτρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κατάδικος εξέτιε την ποινή του σε φυλακή υψίστης ασφαλείας.
  • Οι κατάδικοι ξεκίνησαν απεργία πείνας ζητώντας βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.
  • Τον χαρακτήρισαν κατάδικο για ξέπλυμα χρήματος μετά την καταδικαστική απόφαση.
  • Η ετικέτα του πρώην κατάδικου τον εμπόδιζε να βρει σταθερή εργασία στο χωριό.
  • Ακόμα και μετά την αποφυλάκιση, τον αντιμετώπιζαν ως κατάδικο στην τοπική κοινωνία.