εργένης
ουσιαστικό1. Άνδρας που δεν έχει παντρευτεί ή δεν έχει εισέλθει σε μόνιμη έγγαμη σχέση.
2. Άνδρας που ζει χωρίς σταθερό σύντροφο ή κατοικεί μόνος, συχνά με έννοια ανεξαρτησίας ή προσωρινής αδεσμεύτηας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εργένης δεν θέλει να παντρευτεί.
- Μετά το διαζύγιο, έμεινε εργένης για αρκετά χρόνια.
- Οι εργένηδες φίλοι του διοργάνωσαν μια εκδρομή.
- Ήταν γνωστός ως ο εργένης της γειτονιάς.