υποταγμένος
επίθετο1. Που έχει υποταχθεί ή βρίσκεται σε κατάσταση υποταγής απέναντι σε εξουσία, εξουσιαστή ή θέληση άλλου, δέχοντας εντολές ή περιορισμούς.
2. Που έχει κατακτηθεί ή υποστεί επιβολή μέσω βίας, πίεσης ή καταναγκασμού και δρα χωρίς αντίσταση ή αυτονομία.
Συνώνυμα
υποτακτικός υποτελής υποδουλωμένος δουλωμένος δουλικός υπάκουος ταπεινωμένος ηττημένος σκλάβος παθητικός υποχωρητικός πειθαρχημένος σκυφτός λυγισμένος καταβεβλημένος ταπεινός ήμερος συμμορφωμένος
Αντώνυμα
ανυπότακτος ανυπάκουος απείθαρχος ατίθασος ελεύθερος ανεξάρτητος αδάμαστος αυτεξούσιος ανυποχώρητος αντιστεκόμενος επαναστατημένος κυρίαρχος περήφανος απελευθερωμένος αυτόνομος αυτοδύναμος τολμηρός ανεξέλεγκτος αδέσμευτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατιώτης ήταν υποταγμένος στις εντολές του διοικητή.
- Ένιωθε υποταγμένος από τον φόβο και δεν μιλούσε.
- Ο λαός έμεινε υποταγμένος μετά την κατάληψη.
- Ο υπάλληλος παρουσιάστηκε υποταγμένος στη νέα ιεραρχία της εταιρείας.
- Ο καλλιτέχνης αισθάνθηκε υποταγμένος στις απαιτήσεις της αγοράς.