φορτωμένος

επίθετο

1. Που φέρει φορτίο, αντικείμενα ή βάρος πάνω του, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά.

2. Που έχει επιβαρυνθεί με υποχρεώσεις, ευθύνες ή προβλήματα και εξαιτίας τους βρίσκεται υπό βάρος.

Συνώνυμα

επιβαρυμένος επιφορτισμένος φορτισμένος υπερφορτωμένος βαρυφορτωμένος γεμάτος γεμισμένος χρεωμένος μεθυσμένος κατειλημμένος καταφορτωμένος απασχολημένος οπλισμένος πλούσιος ανεβασμένος πλήρης λιωμένος πλημμυρισμένος βαρύς επιβαρυνόμενος στολισμένος ένοπλος απασχολούμενος εξοπλισμένος εφοδιασμένος πιασμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φορτηγό ήταν φορτωμένο με κιβώτια.
  • Η Μαρία ήταν φορτωμένη με δουλειές και δεν πρόλαβε να ξεκουραστεί.
  • Ήταν φορτωμένος από τις ενοχές και απέφευγε να μιλήσει.
  • Ο λογαριασμός εμφανίστηκε φορτωμένος με επιπλέον χρεώσεις.
  • Το κινητό μου είναι φορτωμένο με εφαρμογές και τρέχει αργά.