φυλακισμένος
επίθετο1. Που έχει συλληφθεί και στερηθεί της ελευθερίας του, κρατούμενος σε φυλακή, σωφρονιστικό κατάστημα ή άλλο χώρο κράτησης.
2. Που βρίσκεται περιορισμένος ή εγκλωβισμένος σε κάποιον χώρο, κατάσταση ή σχέση (μεταφορικά).
Συνώνυμα
κρατούμενος εγκλεισμένος έγκλειστος κατάδικος καταδικασμένος δέσμιος δεσμώτης αιχμάλωτος συλληφθείς συλληφθημένος κλειδωμένος εγκλωβισμένος περιορισμένος δεσμευμένος δεμένος
Αντώνυμα
ελεύθερος αποφυλακισμένος απελευθερωμένος απαλλαγμένος φύλακας αρχιφύλακας απεγκλωβισμένος λυτρωμένος απελευθερωθείς ασύλληπτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φυλακισμένος περίμενε τον δικηγόρο του στην αυλή.
- Η φυλακισμένη γυναίκα έστειλε ένα γράμμα από το κελί.
- Οι φυλακισμένοι διαμαρτυρήθηκαν για τις άσχημες συνθήκες κράτησης.
- Το φυλακισμένο έργο τέχνης παρέμεινε κρυμμένο για χρόνια.
- Ένιωθε φυλακισμένος από τις αναμνήσεις και δεν μπορούσε να προχωρήσει.