σκλάβος
ουσιαστικό1. Άτομο που ανήκει στην κατοχή και υπόκειται στην κυριαρχία άλλου, στερούμενο προσωπικής ελευθερίας και νομικών ή πολιτικών δικαιωμάτων, υποχρεωμένο να εργάζεται ή να υπακούει χωρίς αμοιβή ή δυνατότητα αυτοδιάθεσης.
Συνώνυμα
δούλος δούλη υποδουλωμένος σκλαβωμένος δουλοπάροικος υπηρέτης υποχείριο δέσμιος δεσμώτης αιχμάλωτος υποταγμένος τσιράκι υπόδουλος λακέρης δουλάκος σκλαβάκι όμηρος
Αντώνυμα
ελεύθερος ελευθερωμένος αφέντης κύριος δεσπότης αφέντρα ιδιοκτήτης πρίγκηπας ανεξάρτητος αυτόνομος κυρίαρχος
Παραδείγματα χρήσης
- Στην αρχαιότητα, ένας άνθρωπος μπορούσε να γίνει σκλάβος.
- Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο αιχμάλωτος έγινε σκλάβος.
- Είναι σκλάβος του καπνίσματος και δεν μπορεί να σταματήσει.
- Νιώθει σκλάβος της δουλειάς του και δεν έχει προσωπικό χρόνο.
- Θεωρείται σκλάβος των προσδοκιών της κοινωνίας.