δούλος

ουσιαστικό

1. Άτομο που, νομικά ή πρακτικά, ανήκει σε άλλον ή σε άλλο κράτος και στερείται της προσωπικής ελευθερίας του, υποχρεούμενο σε εργασία ή υπακοή χωρίς ελεύθερη βούληση και με περιορισμένη προστασία από το νόμο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δούλος των αρχαίων χρόνων δούλευε χωρίς δικαιώματα.
  • Η έκφραση 'εγώ ο δούλος του Θεού' εμφανίζεται συχνά σε παλιά θρησκευτικά κείμενα.
  • Ένιωθε δούλος των εθισμών του και αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
  • Έγινε δούλος της δουλειάς και ξέχασε να αφιερώσει χρόνο στην οικογένειά του.
  • Τον κατηγόρησαν ότι ήταν δούλος του χρήματος και έβαζε το κέρδος πάνω από όλα.