αιχμάλωτος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που έχει συλληφθεί και στερείται της ελευθερίας του, ιδίως κατά τη διάρκεια ένοπλης σύγκρουσης ή πολέμου.

2. Πρόσωπο που κρατείται ή φυλακίζεται από αρχές ή άλλους ως αποτέλεσμα σύλληψης, αιχμαλωσίας ή δικαστικής απόφασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στρατιώτης ήταν αιχμάλωτος για δύο χρόνια.
  • Η κρατούμενη παρέμεινε αιχμάλωτη μέχρι τη δίκη.
  • Οι αιχμάλωτοι απελευθερώθηκαν μετά τη συνθήκη.
  • Ήταν αιχμάλωτος του φόβου και δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις.
  • Το κοινό έμεινε αιχμάλωτο από την παράσταση.
  • Η κοινωνία έγινε αιχμάλωτη της τεχνολογίας.