ανεξάρτητος
επίθετο1. Που δεν εξαρτάται από άλλους ή από εξωτερικούς παράγοντες για τη λήψη αποφάσεων, την παροχή πόρων ή τη λειτουργία του.
Συνώνυμα
αυτόνομος αδέσμευτος αυτοδύναμος αυτάρκης αυτοτελής ελεύθερος αμερόληπτος ανεπηρέαστος αυτεξούσιος αυτοκυρίαρχος αυτοδιοικούμενος χωριστός απεξαρτημένος απαλλαγμένος απελευθερωμένος μόνος υπόγειος αδάμαστος αποδεσμευμένος εργένης
Αντώνυμα
εξαρτημένος εξαρτώμενος δεσμευμένος μαριονέτα υποτακτικός υποχείριο υποτελής υποταγμένος υπόδουλος ελεγχόμενος δεμένος δέσμιος δούλος ενιαίος κοινοτικός υφιστάμενος σχετικός υποχρεωμένος σκλάβος κολλημένος ανήμπορος ενσωματωμένος ομαδικός υποδουλωμένος συνεργατικός υπάκουος αβοήθητος ακόλουθος κρατικός συνδεδεμένος συγγενής προκαθορισμένος συναφής δεσμευτικός συμμορφωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το ανεξάρτητο κράτος γιόρτασε την επέτειο της ανεξαρτησίας.
- Ο ανεξάρτητος υποψήφιος κέρδισε τις εκλογές στην περιφέρεια.
- Έγινε οικονομικά ανεξάρτητος μετά από χρόνια αποταμίευσης.
- Παίρνω ανεξάρτητες αποφάσεις για την ομάδα μου χωρίς εξωτερικές πιέσεις.
- Στη στατιστική, η ανεξάρτητη μεταβλητή επηρεάζει την εξαρτημένη.