τζάμπα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν απαιτεί την καταβολή χρηματικού αντιτίμου ή άλλου οικονομικού πόρου, χωρίς κόστος για τον αποδέκτη.
2. (Ανεπίσημο) Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι προσφέρεται ή γίνεται χωρίς ουσιαστικό όφελος, αξία ή ανταπόδοση.
Συνώνυμα
δωρεάν τζαμπέ τσάμπα μάταια ελεύθερος αφιλοκερδώς άδικα ανώφελα άμισθος απλήρωτος μάτην ατελέσφορος μάταιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το εισιτήριο το μοίραζαν τζάμπα στην είσοδο.
- Μην περιμένεις ότι όλα θα σου τα δώσουν τζάμπα.
- Του έκανα τη χάρη τζάμπα, αλλά δεν το εκτίμησε.
- Έχασα ώρες δουλειάς και όλα πήγαν τζάμπα όταν χάκεψαν το σύστημα.
- Τον υπολογιστή τον πήραμε τζάμπα από το παζάρι, ήταν σχεδόν καινούργιος.