υποχρεωμένος
επίθετο1. Που έχει την υποχρέωση να πράξει κάτι, δεσμευμένος από νόμο, συμφωνία, κανονισμό ή καθήκον.
2. Που αισθάνεται ότι οφείλει κάτι σε κάποιον και ενεργεί από αίσθημα ευγνωμοσύνης ή ηθικής υποχρέωσης.
Συνώνυμα
αναγκασμένος υπόχρεος εξαναγκασμένος δεσμευμένος δεσμευτικός εκβιασμένος επιφορτισμένος υποχρεωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι υποχρεωμένος να υπογράψω το συμβόλαιο μέχρι αύριο.
- Αφού παραβίασε τους κανόνες, ο μαθητής ένιωσε υποχρεωμένος να ζητήσει συγγνώμη.
- Ο οδηγός ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει στο κόκκινο φανάρι.
- Σε πολλές χώρες, ο πολίτης είναι υποχρεωμένος να πληρώνει φόρους.
- Μετά τη βοήθεια που του πρόσφερε, ένιωσε υποχρεωμένος να ανταποδώσει.