υπόδουλος
επίθετοΠου βρίσκεται υπό την εξουσία, τον έλεγχο ή την κυριαρχία άλλου και δεν έχει ελευθερία δράσης ή βούλησης.
Συνώνυμα
δούλος υποδουλωμένος δουλοπρεπής σκλάβος υποτελής δουλωμένος αιχμάλωτος υποχείριο υπότακτος εξαρτημένος υπήκοος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λαός έμεινε υπόδουλος για πολλά χρόνια.
- Η χώρα ήταν υπόδουλη σε ξένη αυτοκρατορία.
- Οι υπόδουλοι πληθυσμοί εξεγέρθηκαν τελικά.
- Ένιωθε υπόδουλος στις συνήθειές του και δεν μπορούσε να αλλάξει.
- Ήταν υπόδουλη στη βούληση του ισχυρού αφεντικού.