επιφορτισμένος

επίθετο

1. Που έχει φορτωθεί ή επωμιστεί βάρος, αντικείμενα ή φορτίο με κυριολεκτική έννοια.

2. Που έχει αναλάβει καθήκοντα, αρμοδιότητες ή ευθύνες από άλλους ή από περιστάσεις.

Συνώνυμα

φορτωμένος ανατεθειμένος εντεταλμένος υπεύθυνος επιβαρυμένος βεβαρυμένος υπερφορτωμένος υποχρεωμένος καταφορτωμένος απασχολημένος αρμόδιος φορτισμένος πνιγμένος μπουκωμένος γεμάτος

Αντώνυμα

απαλλαγμένος ανεπιβαρυμένος ξεφορτωμένος ελεύθερος ανεύθυνος ανέμελος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καινούριος υπάλληλος είναι επιφορτισμένος με την οργάνωση των αρχείων.
  • Η μητέρα ένιωθε επιφορτισμένη από τις πολλές ευθύνες της οικογένειας.
  • Το φορτηγό ήταν επιφορτισμένο με βαριά κιβώτια για την αποθήκη.
  • Οι μηχανικοί είναι επιφορτισμένοι με την ολοκλήρωση του έργου πριν από την προθεσμία.
  • Ο λογαριασμός ήταν επιφορτισμένος με πρόσθετο φόρο και τέλη.