νυμφίος
ουσιαστικό1. Άνδρας που πρόκειται να παντρευτεί ή που έχει πρόσφατα παντρευτεί και αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο στη γαμήλια τελετή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νυμφίος φορούσε ένα κλασικό μαύρο κοστούμι.
- Στην ακολουθία της Μεγάλης Εβδομάδας, ο Χριστός αναφέρεται ως νυμφίος της Εκκλησίας.
- Οι νυμφίοι χόρεψαν μαζί με τους συγγενείς τους.
- Καλώς ήρθες, νυμφίε, να ζήσεις ευτυχισμένα.
- Το δαχτυλίδι του νυμφίου βρέθηκε κάτω από το τραπέζι.