υποχείριο

ουσιαστικό

1. Άτομο που βρίσκεται υπό τον έλεγχο ή την επιρροή άλλου και ενεργεί σύμφωνα με τη θέληση ή τις εντολές του.

2. Μέσο ή όργανο που χρησιμοποιείται από κάποιον ως όχημα για την επίτευξη των σκοπών του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο βουλευτής έγινε υποχείριο των χρηματοδοτών του.
  • Η εταιρεία έμεινε υποχείριο των τραπεζικών όρων.
  • Το χωριό έγινε υποχείριο της ένοπλης ομάδας.
  • Η κοινωνία δεν πρέπει να γίνει υποχείριο της προπαγάνδας.
  • Το σχέδιο έγινε υποχείριο πολιτικών σκοπιμοτήτων.