δέσμιος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση αιχμαλωσίας ή φυλάκισης, στερημένο της ελευθερίας του.
2. Που δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα λόγω υλικών περιορισμών (π.χ. δεσμοί, χειροπέδες, κελιά).
Συνώνυμα
αιχμάλωτος κρατούμενος φυλακισμένος όμηρος υποδουλωμένος δεμένος αλυσοδεμένος δεσμώτης υποχείριο εγκλωβισμένος συλληφθείς σκλάβος έγκλειστος παγιδευμένος δεσμευμένος περιορισμένος παραδομένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αιχμάλωτος παραμένει δέσμιος του εχθρού.
- Η γυναίκα ήταν δέσμια των αναμνήσεών της.
- Οι κρατούμενοι έμειναν δέσμιοι χωρίς νομική βοήθεια.
- Έγινε δέσμιος του φόβου του και δεν τόλμησε να αντιδράσει.
- Ένιωθε δέσμιος της γραφειοκρατίας που τον εμπόδιζε να προχωρήσει.