κρατούμενος
ουσιαστικόΠρόσωπο που βρίσκεται υπό κράτηση από τις αρχές ή σε σωφρονιστική ή αστυνομική εγκατάσταση, είτε προσωρινά ως ύποπτος είτε για να εκτίσει ποινή, με περιορισμό της ελευθερίας του λόγω νομικής ή διοικητικής ενέργειας.
Συνώνυμα
δέσμιος δεσμώτης φυλακισμένος έγκλειστος αιχμάλωτος προφυλακισμένος όμηρος σιδεροδέσμιος κατάδικος καταδικασμένος παγιδευμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κρατούμενος αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους ανακριτές.
- Η αστυνομία μετέφερε τον κρατούμενο στο κρατητήριο για ανάκριση.
- Οι κρατούμενοι ξεκίνησαν απεργία πείνας ζητώντας δικαιοσύνη.
- Ως κρατούμενος είχε περιορισμένη πρόσβαση σε επισκέψεις και τηλεφωνήματα.
- Ο δικηγόρος υπερασπίστηκε τον κρατούμενο στο δικαστήριο μέχρι την καταδίκη.
- Ήταν κρατούμενος του δικού του φόβου και δεν τολμούσε να φύγει.