αυτόνομος

επίθετο

1. Που έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει αποφάσεις και να ενεργεί ανεξάρτητα από εξωτερική καθοδήγηση ή έλεγχο.

2. Που λειτουργεί ή εκτελεί εργασίες χωρίς συνεχή ανθρώπινη παρέμβαση, ιδίως για μηχανές, συστήματα ή οχήματα.

Συνώνυμα

ανεξάρτητος αυτοδιοικούμενος αυτοδιοίκητος αυτοδύναμος αυτοτελής αυτοδιαχειριζόμενος αυτεξούσιος αυτοκυβερνώμενος ξεχωριστός ελεύθερος χωριστός αυτόματος σόλο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το αυτόνομο όχημα δοκιμάστηκε χθες στην πόλη.
  • Η αυτόνομη κοινότητα διαχειρίζεται τους πόρους της χωρίς εξωτερική παρέμβαση.
  • Ζητούσε να γίνει αυτόνομος στη λήψη αποφάσεων στη δουλειά.
  • Οι αυτόνομοι ρομποτικοί βραχίονες εκτελούν εργασίες συναρμολόγησης στη γραμμή παραγωγής.
  • Το νησί απέκτησε αυτόνομη διοίκηση μετά την αναθεώρηση του νόμου.