αποσύνθεση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα χημικής διάσπασης ενός σύνθετου υλικού σε απλούστερες ουσίες, με αλλαγή της χημικής σύστασης.
Συνώνυμα
αποδόμηση σάπισμα σήψη διάσπαση διάλυση οξείδωση φθορά παρακμή λύση ανάλυση μαρασμός διάβρωση θρυμματισμός εκφύλιση διαφθορά αποσυναρμολόγηση συντριβή αποσύνδεση κατάρρευση κατακερματισμός κατρακύλα
Αντώνυμα
σύνθεση συντήρηση διατήρηση αναγέννηση σχηματισμός συνδυασμός σύμπλεγμα δόμηση συγκρότηση σύσταση δημιούργημα ενότητα παράταξη συνασπισμός διοίκηση δομή ανάπτυξη αναβίωση αναζωογόνηση διάρθρωση διαμόρφωση ενοποίηση κατάρτιση συσπείρωση δημιουργία συγκόλληση συσσώρευση οργάνωση άνθος ένωση ηγεσία κοινοπολιτεία συνένωση σειρά συλλογή σύστημα τάγμα παραγωγή άνθηση ανόρθωση εδραίωση επισκευή συναρμολόγηση ενσωμάτωση πλοκή συνδικάτο
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποσύνθεση των φύλλων στο έδαφος τροφοδοτεί το έδαφος με θρεπτικά συστατικά.
- Η αποσύνθεση των ενώσεων επιταχύνεται με αυξημένη θερμοκρασία.
- Η αποσύνθεση του πολιτικού συστήματος προκάλεσε δυσπιστία στους πολίτες.
- Η αποσύνθεση ενός πίνακα σε ιδιοτιμές και ιδιοδιανύσματα βοηθά στην επίλυση γραμμικών συστημάτων.
- Η αποσύνθεση των τροφίμων μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες τοξίνες αν δεν διατηρηθούν σωστά.