αποστρέφομαι
ρήμα1. Στρέφω το πρόσωπο ή το σώμα μου μακριά από κάτι ή κάποιον, διακόπτοντας ή αποφεύγοντας την άμεση οπτική ή φυσική επαφή.
2. Απομακρύνομαι ή αποφεύγω συνειδητά μια σχέση, κατάσταση ή πράξη, εκδηλώνοντας αρνητική στάση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αγαπώ συμπαθώ λαχταρώ ποθώ στρέφομαι κοιτάω γουστάρω κατευθύνομαι απολαμβάνω επιθυμώ γοητεύομαι λιγουρεύομαι αποδέχομαι εκτιμώ σέβομαι ασπάζομαι γεύομαι ερωτεύομαι ορέγομαι περιεργάζομαι φιλέω θέλω κοιτάζω αρέσω νιώθω αγαπάω λατρεύω νοιάζομαι προτιμάω αγγίζω τρελαίνομαι ενδιαφέρομαι θαυμάζω συνηθίζω προτιμώ ενδιαφέρω καίγομαι κλίνω καταπιάνομαι νοσταλγώ συναρπάζομαι φλέγομαι προσεγγίζω πλησιάζω αναζητώ επιζητώ αγκαλιάζω επικροτώ ευχαριστιέμαι προκρίνω προσφωνώ νοιάζω συναντώ παρατηρώ φιλάω επισκέπτομαι ικανοποιούμαι συνηγορώ
Παραδείγματα χρήσης
- Πραγματικά αποστρέφομαι τη βία.
- Όταν βλέπω κάτι που με αηδιάζει, αποστρέφομαι τα μάτια.
- Από τότε που με πρόδωσε, αποστρέφομαι τις αναμνήσεις του.
- Στη δουλειά αποστρέφομαι τις κουβέντες πίσω από την πλάτη των συναδέλφων.
- Μπροστά σε άδικες συμπεριφορές, αποστρέφομαι και απομακρύνομαι.
- Προσπαθώ καθημερινά να αποστρέφομαι τις κακές μου συνήθειες.