θαυμάζω
ρήμα1. Εκφράζω ή νιώθω έντονο θαυμασμό και σεβασμό προς πρόσωπο, πράγμα ή ιδιότητα, εξαιτίας της ομορφιάς, της ικανότητας ή ενός εξαιρετικού χαρακτηριστικού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον θαυμάζω για την ειλικρίνειά του.
- Πραγματικά θαυμάζω τον τρόπο που παίζει πιάνο.
- Κάθε πρωί, όταν βλέπω το βουνό, θαυμάζω την ηρεμία του.
- Συνέχεια θαυμάζω την υπομονή σου με τα παιδιά.
- Τους θαυμάζω που ολοκλήρωσαν το έργο τόσο γρήγορα και προσεκτικά.