αρέσω
ρήμα1. Να προκαλώ σε κάποιον θετικά συναισθήματα, συμπάθεια ή θετική διάθεση προς το πρόσωπο, το αντικείμενο ή την κατάσταση.
2. Να γίνομαι αποδεκτός ή αντικείμενο προτίμησης από κάποιο άτομο ή ομάδα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ αρέσω στους συναδέλφους μου γιατί βοηθάω όποτε χρειάζονται.
- Θέλω να αρέσω στους πελάτες, γι' αυτό προσέχω την παρουσίασή μου.
- Αν αρέσω στο κοινό, θα συνεχίσω να γράφω τραγούδια.
- Δεν αρέσω σε όλους, αλλά το αποδέχομαι.
- Δεν ξέρω αν αρέσω όπως είμαι, και αυτό με ανησυχεί.